θυρεοκοιλίτης

θῠρεο-κοιλίτης [], ου, ,
A soldier armed with hollow θυρεός, IPE12.687 ([place name] Olbia).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυρεοκοιλίτης — θυρεοκοιλίτης, ὁ (Α) επιγρ. στρατιώτης οπλισμένος με κοίλο θυρεό*, με επιμήκη θυρεοειδή ασπίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θυρεός «ασπίδα» + κοιλ ίτης (< κοίλος), τ. που απαντά μόνο στο παρόν συνθ. ουσ.] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.